"Να τους δώσουμε να καταλάβουν πως ο σοσιαλισμός είναι δύσκολο πράμα ακριβώς γιατί είναι μεγάλο πράμα. Δε φτάνει να πάρεις την εξουσία. Χρειάζεται να ζυμώσεις ξανά τον άνθρωπο που τον έπλασαν οι αιώνες, και να φτιάξεις απ’ την αρχή, καινούργιο…"
( "...και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα")

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

«Με τη σκέψη στην πατρίδα»


“«Ακόμη και σήμερα το βληματάκι  στα φρύδια με συνοδεύει και μου το θυμίζει πως υπάρχει όσες φορές κάνει κρύο. Σα να μου φωνάζει από τα βάθη της Ιστορίας «ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ, ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ αυτή τη σελίδα». Κι εγώ προσπαθώ σήμερα, στα εξήντα μου χρόνια να αποτίσω φόρο τιμής σε αυτούς που χάθηκαν και σε αυτούς που ακόμη κατάκοποι παππούδες δεν χάσανε τη νεανική τους λεβεντιά.»

Από το βιβλίο «Μια Πεζοπορία της Ζωής και του Πολέμου» Τασούλα Κεφαλέλη, Ανθυπολοχαγός του Δ.Σ.Ε.
Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας


«Στις σοσιαλιστικές χώρες δεν υπήρχε άγχος, υπήρχε περιορισμένη εγκληματικότητα. Δεν υπήρχε ανεργία. Τα βρεφοκομεία, τα  νηπιαγωγεία,  ήταν  όλα τακτοποιημένα  και φτηνά  για τους γονείς. Ο καθένας είχε τη δουλειά του. Τα έσοδά του. Το αύριο εξασφαλισμένο. Ο πολιτισμός ήταν προσιτός για όλους. Τα παιδιά του γυμνασίου πήγαιναν να σπουδάσουν, να γίνουν επιστήμονες, άλλοι σε τεχνικές σχολές. Δεν υπήρχαν ζητιάνοι, άνεργοι, άστεγοι, αυτοκτονίες. Το τελευταίο φαινόμενο ήταν σπάνιο και τα αίτια δεν ήταν κοινωνικά…

Ευχαριστούμε τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες που μας αγάπησαν και φρόντισαν χιλιάδες παιδιά, τα γλίτωσαν απ΄τις βόμβες, θεράπευσαν εκατοντάδες  μαχητές, φρόντισαν για τη μόρφωση τους, τους τοποθέτησαν σε εργοστάσια, τεχνικές σχολές, ακόμη και οι ανάπηροι βρήκαν δουλειά ανάλογα με τις αναπηρίες τους.

Οι πρόσφυγες  δούλεψαν συνειδητά  και τίμια και ξεπερνούσαν το καθημερινό τους πλάνο. Πήραν μετάλλια χρυσά, αργυρά και χάλκινα, χρηματικά ποσά, δωρεάν παραθέριση σε λουτρά και στο εξωτερικό...

Οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες εγκατέλειψαν τη καλή ζωή που είχαν, τα σπίτια τους με όλα τα κομφόρ, κεντρική θέρμανση, τα εξοχικά τους, τις δουλειές τους, για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ο νους και η καρδιά μας ήταν πάντα στην Ελλάδα, στην πατρίδα μας. Μας έτρωγε η νοσταλγία του γυρισμού.»

Απόσπασμα από το βιβλίο «Γαρέφω»
Φρεγγίδου - Μητρολιού Ελπίδα, Υπολ/γός Πεζικού & Υγειονομικής Υπηρεσίας του ΔΣΕ,, Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας


«…Στην Μπερκόβιτσα καθίσαμε γύρω στους 10 μήνες και από εκεί φύγαμε  για τον Παιδικό Σταθμό του Σλίβεν με 450 παιδιά, από 7 χρονών έως 17-18 χρονών, ελληνόπουλα. Το Κόμμα όρισε τον Βασίλη τον άνδρα μου, ως υπεύθυνο  στους παιδικούς σταθμούς, και εμένα στο βοηθητικό προσωπικό. Στο Σλίβεν καθίσαμε 9 μήνες, αφού πρώτα προωθήσαμε 100 παιδιά από τα μεγαλύτερα  σε τεχνικές σχολές στην Ανατολική Γερμανία. Μετά από το Σλίβεν πήγαμε στον Παιδικό Σταθμό του Καρλόβου με περίπου 700 παιδιά διαφόρων ηλικιών. Από ‘κει 200 παιδιά μεταφέρθηκαν στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από το Κάρλοβο στο Πάβελ Μπάνια, επίσης στον Παιδικό Σταθμό με 500 παιδιά διαφόρων ηλικιών.

Τα περισσότερα ήταν ορφανά, ιδιαίτερα από πατέρα. Είχαν σκοτωθεί. Αυτό που κάναμε ήταν παιδοσώσιμο, τα γλιτώσαμε. Τα παιδάκια μας είχαν την καλύτερη τροφή. Είχαν και του πουλιού το γάλα.

Συνολικά στους Παιδικούς Σταθμούς δουλέψαμε γύρω στα 3 χρόνια. Από το 1949 έως το 1951 και πρέπει να το σημειώσω αυτό, γιατί ήταν η πραγματικότητα. Δουλέψαμε στους Παιδικούς Σταθμούς χωρίς αμοιβή. Για τα παιδιά μας, τα ελληνόπουλα. Χαλάλι τους.»

Αθανασία Τσίκουλα, ΕΠΟΝίτισσα, μαχήτρια του ΔΣΕ, συνταξιούχος γεωπόνος, Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας


«…εμείς τα τέκνα πολιτικών προσφύγων, σταθήκαμε τυχερά για την ποιότητα της ζωής, που μας παρείχε το κράτος το πολωνικό. Η ζωή μας ήταν πολύ καλή. Όσα χρόνια και να περάσουν, πάντα με νοσταλγία και αγάπη θα την θυμάμαι. Και το κράτος και ο πολωνικός λαός μας είχαν αγκαλιάσει.

Θυμάμαι τη μητέρα μου, το 8ωρο να της είναι μικρό, μαθημένη από την Ελλάδα, να ξεκινάει την δουλεία με την ανατολή του ηλίου και να τελειώνει με τη δύση. Μια ήρεμη ζωή με τα βρεφοκομεία, νηπιαγωγεία, σχολεία, βιβλιοθήκες σε κάθε συνοικία. Αναμνήσεις. Από πού να ξεκινήσω και πού να φτάσω;»

Έλλη Φουρκιώτη, συνταξιούχος, προϊσταμένη ψυχιατρικής κλινικής, Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας


«… Έλεγαν και του πουλιού το γάλα και έσταζαν μέλι οι κουβέντες τους. Δακρύζανε τα μάτια τους. Και το λέγανε συχνά. Ίσως να θέλανε να το ακούσουμε και να το εμπεδώσουμε εμείς, τα παιδιά τους. Ίσως να ήθελαν να το ακούσουν και άλλοι, να το μεταδώσουμε στο Αύριο, για να ακουστεί φωναχτά και να μείνει γραπτά αυτό το μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ στους λαούς που απλόχερα πρόσφεραν με τη βοήθεια και των Κομμουνιστικών Κομμάτων τους

την ΑΓΑΠΗ και την ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ στους λαούς που αγωνίζονται για τα δίκαιά τους.

…Ο αγώνας για την επιστροφή μας ήταν ακόμη δύσκολος. Η πρώτη απάντηση αρνητική. Έκανα μεγάλο  αγώνα. Για την πατρίδα  παραιτήθηκα  από τον διορισμό μου εκεί. Δεύτερη σκέψη δεν είχα.

Οι μεγαλύτερες  δυσκολίες ήταν στην απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας και ταυτότητας.  Η  πρώτη  μου  βεβαίωση έγραφε  "Άνευ  δικαιώματος εργασίας". Μονολογούσα κι έλεγα στην πατρίδα τον γονιών μου αυτά κάνουν; Και οι γονείς έξω μας ζητούσαν να σπουδάσουμε, να είμαστε χρήσιμοι και να βοηθήσουμε το λαό μας… Μετά από έναν χρόνο απέκτησα ταυτότητα ελληνική. … Και τώρα αγώνας για το πτυχίο. Έκανα τρία χρόνια για την αναγνώριση και έδωσα 4 μαθήματα και η φθορά της ψυχής ήταν μεγάλη. Μέσα μου ήταν ένα κοκτέιλ συναισθημάτων. Το άριστο πτυχίο ήταν ένα τίποτα για την πατρίδα. Στη Ρουμανία με φωνάζανε Ελληνίδα και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Στην Πατρίδα έπρεπε να αποδείξω διάφορα…

…Εκεί δεν γνώριζα την ανεργία, τη λέξη απόλυση, την αδιαφορία πολλών πραγμάτων… Εμείς πηγαίναμε σε σχολεία-φαρμακεία στην καθαριότητα κι εδώ …χάζεψα. Κανείς εδώ δεν περπατούσε ήρεμος. Κι έτρεχε, έτρεχε ο κόσμος σα να θέλανε να πέσουν πάνω μου… Κι εγώ που περπατούσα χωρίς άγχος στη Ρουμανία, έπρεπε τώρα να τρέχω, να τρέχω με το ποτάμι της αβεβαιότητας.

…Κι εγώ, που υποκλίνομαι στους γονείς μας Αγωνιστές του ΕΛΑΣ και του Δ.Σ.Ε. Έχω ψηλά το κεφάλι μου, καθαρό το μέτωπο όπως τα λέει η αντάρτισσα, η θεία Μαρίκα… Και βαδίζω στο μονοπάτι της Ιστορίας, στο μονοπάτι των ιδεών και των γονιών μας.»

Άννα Κεφαλέλη, συνταξιούχος γεωπόνος, Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας


«…Πήγα σχολείο, σπούδασα, έγινα οδοντίατρος. Δούλεψα σε οδοντιατρική παιδιατρική κλινική. Ζούσαμε στην 12η Πολιτεία. Είχαμε θεατρικό, κάναμε παραστάσεις, φεστιβάλ, χορούς, ποιήματα. Στα φεστιβάλ επειδή είχα καλή φωνή ήμουν εκφωνήτρια. Στο πάρκο ΤΕΛΜΑΝ με τιμήσανε με ΕΠΑΙΝΟ για την προσφορά μου.

…Το πάθος μου για το πώς ζούσαμε στο σοσιαλισμό, το έβγαζα στη δουλειά μου, στο ιατρείο. Οι πελάτες μου ερχότανε να ακούσουνε, πως ζούσα στη Σοβιετική Ένωση. Είχα και έναν παππού πόντιο που τον έβλεπα να σκύβει το κεφάλι και να μου λέει: "φύγαμε για να σωθούμε από ‘κει και σαν ήρθαμε εδώ γίναμε πρώτοι κομμουνιστές".

Μου λέγανε: "Αχ εσείς εκεί πόρτες και παράθυρα δεν είχατε". Και εγώ τους έλεγα : "εάν εγώ κατάφερα να γίνω οδοντίατρος και εσείς να μ’ εμπιστεύεστε, πως θα ήμουν τέτοια επιστήμονας από τέτοια χώρα που δεν έχει πόρτες και παράθυρα;"

Το πρώτο διάστημα δεν μπορούσα να πάρω λεφτά, ντρεπόμουν, δεν ήξερα τι θα πει ΑΓΟΡΑ»

Ρούλα Ελευθεριάδου, συνταξιούχος οδοντίατρος, μέλος Δ.Σ. Π.Ε.Α.Ε.Α.-Δ.Σ.Ε., Δημοτική Σύμβουλος με τη Λαϊκή Συσπείρωση στο Δήμο Καλλιθέας, Πολιτική Πρόσφυγας στην Τασκένδη της ΣΣΔ του Ουζμπεκιστάν


«Να γράψω τη βιογραφία μου;

Είναι ίδια με όλων αυτών των τότε παιδιών (1948-1949) που φύγανε απ’ την Ελλάδα λόγου πολέμου, το λεγόμενο "παιδομάζωμα".

Ναι, μας φιλοξένησαν οι Ανατολικές χώρες. Άνοιξαν τις αγκαλιές τους και μας έδωσαν όλα όσα έπρεπε να έχει ένα παιδί, μακριά από Πατρίδα και γονείς.

Στα Έμπεδα, Δ.Σ. Έβρου, συγκεντρωθήκαμε πολλά παιδιά. Φεύγαμε για να σωθούμε από τους βομβαρδισμούς και το παιδομάζωμα της Φρειδερίκης. Στα σύνορα Βουλγαρίας – Ελλάδας μας περίμεναν βουλγάρικα αυτοκίνητα για να μας πάνε στη φιλόξενή τους χώρα…

…Έτυχε κι εγώ να απολαύσω όλα τα αγαθά των χωρών που έζησα (Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σοβιετική Ένωση). Πάντα με το όνειρό μου (που εκπληρώθηκε) να σπουδάσω υποκριτική. Και φτάνοντας  στη Σοβιετική Ένωση το 1954, όπου αντάμωσα με τον πατέρα μου ύστερα από πολλά χρόνια στην πόλη Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, είχα την τύχη την ίδια κιόλας χρονιά να μπω στο Πανεπιστήμιο Υποκριτικής της Τασκένδης.

…Το θέατρό μας έγινε ερασιτεχνικό, με βάση εμάς που τελειώσαμε το πανεπιστήμιο, χωρίς καμία αμοιβή. Δουλεύαμε στις δουλειές μας και τα απογεύματα τρέχαμε να κάνουμε πρόβες για την παράσταση που ετοιμάζαμε.

Αυτό  γινόταν  όχι γιατί  μονάχα Αγαπούσαμε  το θέατρο, αλλά  και γιατί  έπρεπε  να συμβάλλουμε  και στην πολιτιστική  διαπαιδαγώγηση  των παιδιών μας που γεννήθηκαν στην Τασκένδη. Έπρεπε να μάθουν ήθη και έθιμα, λογοτεχνία και δραματουργία.

Ανεβάσαμε πολλά έργα με τη βοήθεια των σκηνοθε- τών μας Σεβαστίκογλου Γιώργη, Χαραλαμπίδη Μιχάλη και Κώστα Γκολφίνου.

Πρώτο θεατρικό έργο που ανεβάστηκε  στο θέατρο "Γκόρκυ" της  πόλης  Τασκένδης  ήταν  η "Ειρήνη" του Αριστοφάνη   σε  σκηνοθεσία  του  Γ.  Σεβαστίκογλου, όπου εγώ έπαιξα τον πρώτο μου ρόλο, που τον θυμάμαι μέχρι τώρα, την κόρη του Τριγαίου. Τριγαίος ο Έλληνας ηθοποιός Κώστας Γιαννίδης.»

Δέσποινα Πέικου, παιδαγωγός και δασκάλα της ελληνικής γλώσσας, χοροδιδάσκαλος και ηθοποιός, Πολιτική Πρόσφυγας στην Τασκένδη


ΠΑΤΡΙΔΑ

«Άφησα το αγαπημένο μου χωριουδάκι, άφησα την ανοιγμένη αγκαλιά της γιαγιάς μου, άφησα τη μητρική αγκαλιά της Πατρίδας μου.

Ήμουνα τόσο μικρή! Μόλις είχα ανοίξει την πόρτα της ζωής, μόλις είχα κατα- λάβει τον πόνο του φτωχικού μου λαού.

Εδώ αγάπησα την Πατρίδα του Γ. Δημητρόφ, σαν δεύτερη μάνα, όμως ο νους και η σκέψη μου είναι στραμμένα σε σένα.

Στην ξενιτιά κατάλαβα  την αληθινή ζωή μακριά από την χώρα που γεννή- θηκα.

Εδώ μπήκα στο δρόμο της ζωής. Μόνο ο ξενιτεμένος νιώθει την νοσταλγία για την Πατρίδα, τον πόνο, τα βάσανα της ξενιτιάς. Εγώ θα ξανάρθω! Θα σε βοηθήσω! Τότε ο ύπνος σου θα είναι ήσυχος και γλυκός.

Πατρίδα μου, μια μέρα, όταν θα γυρίσω κοντά σου, θα δώσω όλες τις δυνάμεις μου για το καλό σου, μάνα μου, για τον ηρωικό ελληνικό λαό.

Τότε θα εκπληρώσω το καθήκον μου. Περίμενέ με Πατρίδα! Εγώ θα ξανάρθω!»

Κωνσταντινιά Παπούλια, μαθήτρια στη Σόφια, δημοσιευμένο το 1965 στην εφημερίδα «ΛΕΥΤΕΡΙΑ»
Σήμερα συνταξιούχος δημοτ. υπάλληλος, αντιπρόεδρος του σωματείου συνταξιούχων του Δήμου Θεσ/νίκης, Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας


«Γεννήθηκα από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες στην Αλβανία. Το κόμμα έστειλε τον πατέρα μου στη Σοβιετική Ένωση και την μαμά μου στην Πολωνία . Εκεί η μαμά μου ήταν υπεύθυνη των παιδικών σταθμών όπου ήταν τα ελληνόπουλα. Το 1952 ήρθαμε στην Σοβι- ετική Ένωση , όπου κύλησαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου.

…. Όλοι οι πολιτικοί πρόσφυγες  της Τασκένδης ζούσαν σε 15 πολιτείες . Η δικιά μας ήταν η ενδέκατη… Αποτελούταν  από 5 διώροφα σπίτια περιτριγυρισμένα  με τοίχος , με κιόσκι , βιβλιοθήκη , λέσχη για συνελεύσεις και γιορτές, παιδική χαρά , γήπεδο και πίστα για χορό, δύο μπάρες με νερό. Μια μεγάλη βαθιά και μια ποιο μικρή για τα μικρά σαν και εμάς. Τα περισσότερα παιδιά της πολιτείας μας πηγαίναμε στο βρεφονηπιακό σταθμό και μετά στον παιδικό σταθμό. Και τα δύο ήταν κοντά στην πολιτεία σε έναν πανέμορφο δρόμο, όλο δέντρα. Ο παιδικός σταθμός δούλευε μέχρι τις 7 το βράδυ, εκεί τρώγαμε πρωινό, μεσημεριανό και απογευματινό και κοιμόμασταν το μεσημέρι. Όλες οι δασκάλες ήταν με πανεπιστημιακή μόρφωση. Τα παιδιά ήταν σε ομάδες ανά ηλικία . Είχαμε δάσκαλο μουσικής με αίθουσα μουσικής, αίθουσα γυμναστικής , τραπεζαρία χειμερινή και θερινή (σε κιόσκι) και βασικά αυλή για να παίζουμε πέρα από τα παιχνίδια που είχαμε στην αίθουσα.

….Στο σχολειό μας μάθαιναν εκτός από γράμματα , να σεβόμαστε τον εργαζόμενο και να μην ντρεπόμαστε  την δουλειά . Έτσι την τάξη την καθαρίζαμε μόνη μας, μόνο τους κοινόχρηστους χώρους καθάριζαν οι καθαρίστριες.

… Πριν  τελειώσουμε το Πανεπιστήμιο, μάλλον πριν πάρουμε το πτυχίο μας είχαμε τον διορισμό. Η τελετή αποφοίτησης ήταν πολύ όμορφη , με επισημότητα,  αλλά και πολύ ανθρώπινη, με λουλούδια, γλυκά  και πολύ χαρά . Μαζί με το δίπλωμα παίρναμε και το σήμα του τελειόφοιτου.

Εγώ είχα διοριστεί σε ερευνητικό κέντρο που ασχολούταν με την χημεία των φοιτών. Ο Πρύτανης της Σχολής μου ήθελε να με κρατήσει στο Πανεπιστήμιο , αλλά προτίμησα το ερευνητικό κέντρο .

  Από την πρώτη μέρα μπήκα στο πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών και άρχισα να παρακολουθώ μαθήματα ειδικά για την δουλειά μου. Μετά από ένα χρόνο έδωσα εξετάσεις και πάλη αρίστευσα. Μαζί με την δουλειά μου ασχολούμουν και με τα κοινά. Ήμουν δεύτερος γραμματέας  της Κομσομόλ, μέλος της αχτίδας καθώς και συνδικαλίστρια   του επαγγελματικού συνδικάτου.

…Όταν περνούσα τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν σαν να τελείωνε η ζωή μου. Πέθανε ένα κομμάτι του εαυτού μου. Ερχόμενη στη Θεσσαλονίκη, όταν κατέβηκα από το τραίνο το πρώτο πoυ είδα ήταν βουνά από σκουπίδια. Τότε ρώτησα την μαμά μου τι είναι εδώ, σκουπιδότοπος?

  Άρχισα να δουλεύω στο Πανεπιστήμιο. δεν είχα ούτε γραφείο , ούτε καρέκλα. Τα πράγματα άλλαξαν σε λίγο καιρό. Εγώ από εκεί που ήμουν πολύ καλή ξαφνικά έγινα αυτή που δεν ξέρει χημεία. Δέχτηκα πόλεμο από τον καθηγητή  που με προσέλαβε, και γενικά πέρασα δύσκολα γιατί είχα άποψη και δεν δέχτηκα   να παίξω τον ρόλο του καρφιού. Με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να με κάμψουν. Ήμουν ανάμεσα σε δύο φωτιές . Οι εχθροί του καθηγητή από την μια και ο ίδιος από την άλλη. Δεν υπέκυψα. Με κόβανε , δεν με αφήναν να προχωρήσω , ωστόσο εγώ εκεί, και στο τέλος τα κατάφερα. Μετά από 18 χρόνια , που ήμουν η ρωσίδα με τα πράσινα μάτια , τελικά ο καθηγητής αναγνώρισε την αξία μου και δικαιώθηκα, γιατί μου είπε ότι είχε κάνει λάθος».

Αθηνά Γερονικάκη, καθηγήτρια, τμήμα Φαρμακευτικής Α.Π.Θ. ,Ακαδημαϊκός της Μεσο- γειακής Ακαδημίας Επιστήμων και Τεχνών. Πολιτική Πρόσφυγας στην Τασκένδη


«Ο παππούς μου και ο πατέρας μου ήταν αντάρτες  της Εθνικής Αντίστασης  και του Δημοκρατικού Στρατού. Ο παππούς μου πήγε και εξορία δύο φορές και φυλακή. Η μητέρα μου πήγε στη Βουλγαρία με την γιαγιά μου και τις αδερφές της το 1958, όπου έσμιξε όλη η οικογένεια μετά από πολλά χρόνια.

Θυμάμαι τις άπειρες συζήτησεις που έκαναν στο σπίτι μας οι σύντροφοι του παππού μου από το βουνό. Τους κοιτούσα με δέος και απορία: "Σ’ εκείνη τη μάχη τραυματίστηκε ο τάδε σύντροφος, εκεί σκοτώθηκε η συντρόφισσα, εκεί σ’ εκείνο τον λόφο μας έστησαν ενέδρα, η απόφαση αυτή ήταν λάθος μας, ο Ζαχαριάδης, ο Παρτσαλίδης, το Κόμμα…" Μπροστά στα μάτια μου περνούσε η ΕΠΟΝ, ο ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ…

Η μεγαλύτερη  χαρά μου ήταν όταν μας πήγαιναν με το σχολείο στο θέατρο και ακόμη μεγαλύτερη  όταν πηγαίναμε στη Σόφια στην όπερα και βλέπαμε μπαλέτο ή όπερα. Εντυπωσιαζόμουνα από τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, από τα βελούδινα καθίσματα, τους πολυε- λαίους και τι μαγεία όταν έσβηναν τα φώτα και άνοιγε η αυλαία!

Και όλα αυτά δωρεάν φυσικά! ΦΥΣΙΚΑ – αυτά όλα μας φαινότανε ότι ήταν δεδομένα, αυτονόητα και δυστυχώς δεν μας τόνιζαν ότι όλα αυτά είναι κατακτήσεις του λαού, της σοσιαλιστικής εξουσίας. Γιατί δεν υπήρχε κέρδος για τον εργοδότη, για το κεφάλαιο, υπήρχε κέρδος και πλούτος για τον λαό.

Θυμάμαι πόσο περήφανη ένιωθα όταν περνούσα από το πάρκο και σε μία αλέα, όπου ήταν αναρτημένες οι φωτογραφίες των πρωτοπόρων εργατών, έβλεπα ανάμεσα τους πολύ συχνά και τη φωτογραφία της μητέρας μου.

Και τώρα, ανάμεσα στους υπόλοιπους συντρόφους μου, νιώθω πολύ τυχερή ότι είχα την τύχη να μεγαλώσω, να ζήσω τα καλύτερά μου χρόνια στο σοσιαλισμό.

Εκεί έμαθα να σκέφτομαι συλλογικά, ένιωσα στην πράξη τι σημαίνει διεθνισμός, αλλη- λεγγύη, συντροφικότητα. Εκεί δεν ένιωσα ούτε μια στιγμή ότι είμαι ξένη.

Είδα πώς οι λαοί στις λαϊκές δημοκρατίες αγκάλιασαν όχι μόνο εμάς τους Έλληνες, μα και τους κυνηγημένους κομμουνιστές – και όχι μόνο – από την Χιλή, την Κύπρο, από το Βιετνάμ, τη Νικαράγουα. Τους περίθαλψε, τους σπούδασε, τους έμαθε τέχνες.

Και εμείς, τι κάνουμε τώρα, εμείς;

Θεωρώ σύντροφοι, ότι έχουμε χρέος και ευθύνη, είναι καιρός εμείς οι απόγονοι των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού, που πήραμε μια γεύση του σοσιαλισμού, να συμπορευτούμε με το ΚΚΕ, να πρωτοστατήσουμε στην πάλη και στον αγώνα για τη Λαϊκή Εξουσία.

Οφείλουμε να κάνουμε το αυτονόητο, να αγωνιστούμε για όλα αυτά που οραματίστηκαν, πίστεψαν και αγωνίστηκαν οι γονείς μας.»

Βούλα Καραμπίδου, μέλος Δ.Σ. Π.Ε.Α.Ε.Α.-Δ.Σ.Ε. παράρτημα Καλαμαριάς, δημόσιος υπάλληλος, Πολιτική Πρόσφυγας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας


12η ΠΟΛΙΤΕΙΑ 28.04.87

Δωδέκατή μου Πολιτεία
ανάμνηση πικρή, γλυκιά
με τον καημό, τη νοσταλγία
σε φέρνω τώρα πιο κοντά

Ξανά πως θέλω να γυρίσω
κοντά σου, για να θυμηθώ
το γέλιο εκείνο και το κλάμα
μες της αυλής τον πανικό.

Τα πιτσιρίκια παίζαν θέατρο
με τους γονείς τους θεατές
Η Ρήνα ήταν το κύριο πρόσωπο
που ‘κανε τρέλες κι ότι θες

Μικρή Λενιώ με τ’ ακροβατικά
σαν να ‘σουν πεταλούδα
ξανθό αγγελούδι χάθηκες
μαράθηκες ψυχούλα
Οι πρώτοι φύγανε νωρίς
περάσαν τόσα χρόνια
ο χωρισμός ήταν βαρύς
χωρίς καμιά συμπόνια

Πολλές ήταν οι γειτονιές
μα μόνο τη δική μου
συχνά βλέπω στον ύπνο μου
σαν μέσα από βιβλίο,

Γυρίζοντας τα φύλλα του
βιάζομαι, προχωράω
με τη σειρά να θυμηθώ
αυτούς που τόσο αγαπώ

Περνούν τα χρόνια
αλλάζουν οι καιροί
τίποτε πια δεν περιμένει
μα τα παιδιά της γειτονιάς
η νιότη τα προσμένει

Στο κέντρο μέσα στην πλατεία
συχνά μαζεύονταν εκεί
με τα τραγούδια, με βιβλία
με νοσταλγία στην ψυχή
να πούνε κάτι, να γελάσουν
και να ονειρευτούν, πως κάποτε
θα θέλανε πατρίδα να γευτούν

Μαθαίνανε, σπουδάζανε, δουλεύανε
με την Ελλάδα πάντα στην καρδιά
και με τ’ αδέλφια τους πως κλαίγανε
όταν χωρίζανε για παντοτινά

Ήρθαν να μείνουν στην πατρίδα
που είχαν μόνον ακουστά
από τραγούδια, απ’ τα βιβλία
και των γονιών τα ιστορικά.
Γλυκιά μου Πολιτεία
πόσο σε αγαπώ
να σ’ έβλεπα σαν πρώτα
που είχες καρδιάς παλμό.
Σαν βγαίνανε στο γήπεδο
και παίζανε τη μπάλα
τ’ αγόρια, καμαρώναμε
την τόση τους σβελτάδα.

Και σαν τελειώναν γρήγορα
για να πλυθούν ν’ αλλάξουν
προλάβαιναν στο σινεμά
και στις γωνιές να αράξουν

Το γήπεδο, το σινεμά
την όμορφη πλατεία
κι όλα τα Σαββατόβραδα
χορός μέχρι πρωία

Μα δεν ξεχνιούνται όλα αυτά
κι ας φύγανε και ας πάνε
όσο χτυπάει η καρδιά
πάντα θα τα θυμάμαι

Σαν να μας βλέπω στη σκηνή
όλους να τραγουδάμε
χρόνια καλά, πώς φύγατε;
και ‘μεις σαν να γερνάμε

Τα όργανα, οι τραγουδιστές
οι μουσικοί και οι άλλοι.
Αυτή η παρέα σκόρπισε
και δεν θα γίνει άλλη

Γιατί ποτέ να μη γυρνά
αυτή η παλιά μας γειτονιά
γιατί ποτέ να μην γυρνάν
τα χρόνια μας τα παιδικά

Μέσα στα βάθη της Ασίας
σε ξένους τόπους κι αγκαλιές
αφήσαμε μία πατρίδα
τον έρωτά μας, τις χαρές

Κρίμα που δεν ξαναγυρνούν
τα χρόνια πίσω, όσο κι αν θες
Μα έστω και οι αναμνήσεις σου
απαλύνουν τις πληγές

Έλλη  Λεοντίδου, φαρμακοποιός, Πολιτική Πρόσφυγας στην Τασκένδη υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Λαϊκή Συσπείρωση στον Δήμο Καλλιθέας.


«Με τη σκέψη στην πατρίδα»

Θεατρική παράσταση της Ιωάννας Στεφανίδου, βασισμένη σε μαρτυρίες πολιτικών προσφύγων, από τη θεατρική ομάδα «Χωρίς Αυλαία» του Συλλόγου Γυναικών Καλαμαριάς,  πλαισιωμένη από γυναίκες πολιτικούς πρόσφυγες.

Συμμετέχουν:

Χριστίνα, Αντάρτισσα: Δέσποινα Πέικου
Αργυρώ, Ανιψιά της: Ειρήνη Λιβιεράτου
Τούλα, πρωτοπόρα εργάτρια: Έλενα Ελευθεριάδου
Βαγγελιώ, συντρόφισσα γειτόνισσα: Ειρήνη Λιβιεράτου
Λουντμίλα, συντρόφισσα γειτόνισσα: Άννα Βουδούρη
Ελένη, δασκάλα: Σοφία Τριανταφυλλίδου
Τάκης, μουσικός: Σταύρος Μπαρτζόκας
Ειρήνη, μητέρα της Ελευθερίας: Σοφία Τεμεκενίδου
Συμέλα, συντρόφισσα γειτόνισσα: Άννα Βουδούρη
Ελευθερία, νεαρή επιστήμονας: Ειρήνη Λιβιεράτου
Ελευθερία, οδοντίατρος: Αθηνά Παπούλια

Συμμετέχει η χορωδία του Συλλόγου Γυναικών Καλαμαριάς:
Χορωδιακή διδασκαλία – τραγούδι: Νόνικα Ρουσάκη
πιάνο – τραγούδι: Γιώργος Σοφιανός
Χορωδία: Φανή Σιάπη, Δανάη Ιωαννίδου, Σοφία Λυκιαρδοπούλου, Μελίνα Τριανταφυλλίδου, Αμαλία Ροβέρτου, Αναστασία Θασίτη, Ερμιόνη Τσακιρίδου, Άννα Βουδούρη, Θωμάς Κατσάνος, Πασχάλης Κυπαρίσης, Τάκης Εξαδάκτυλος, Γιάννης Καρμπάς, Αντώνης Βαΐτσης

Σκηνοθεσία: Τιτίκα Δελιγκά
Σκηνικά – κοστούμια: η θεατρική ομάδα
Μουσική επιμέλεια: Βούλα Καραμπίδου, Τιτίκα Δελιγκά
Βίντεο παράστασης: Πέτρος Φιλιππίδης

Συλλογή αρχειακού υλικού: Βούλα Καραμπίδου
Βίντεο για το Σοσιαλισμό: Πέτρος Φιλιππίδης
Σχεδιασμός εντύπου: Πέτρος Φιλιππίδης
Οργάνωση παραγωγής: Βούλα Καραμπίδου

Ευχαριστούμε την Ιωάννα Στεφανίδου για τη συγγραφή του θεατρικού έργου που τόσο αληθινά αποτύπωσε την ζωή  των γυναικών πολιτικών προσφύγων.

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τον  σύντροφο  Γιώργο Χαβατζά για  την πολύτιμη βοήθειά του.

Ευχαριστούμε την Τασούλα Ζησάκη - Healey, Πρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας Πράγας.

Ευχαριστούμε την ΚΟ Καλλιθέας καθώς και τη Ρούλα Ελευθεριάδου για το φωτογραφικό υλικό, για την αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση.

Ευχαριστούμε όλους όσους συνέβαλαν στην πραγματοποίηση της εκδήλωσης. Δεκάδες άνθρωποι πρόσφεραν με χαρά και προθυμία αφιλοκερδώς την προσωπική τους εργασία. Δεκάδες άνθρωποι κατέθεσαν προσωπικά μνημεία, μαρτυρίες, φωτογραφίες, βιογρα- φικά σημειώματα. Στη δικιά τους συμμετοχή και προσφορά βασίζε- ται η ολοκλήρωση αυτής της εκδήλωσης.

Τους ευχαριστούμε ολόψυχα για μια ακόμη φορά.”


Η ανάρτηση βασίστηκε στο έντυπο πρόγραμμα της θεατρικής παράστασης  «Με τη σκέψη στην πατρίδα», το οποίο μπορείτε να δείτε-κατεβάσετε σε μορφή αρχείου pdf, από την e-βιβλιοθήκη "Κώστας Πουρναράς (Μπόσης)", εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια: