"Να τους δώσουμε να καταλάβουν πως ο σοσιαλισμός είναι δύσκολο πράμα ακριβώς γιατί είναι μεγάλο πράμα. Δε φτάνει να πάρεις την εξουσία. Χρειάζεται να ζυμώσεις ξανά τον άνθρωπο που τον έπλασαν οι αιώνες, και να φτιάξεις απ’ την αρχή, καινούργιο…"
( "...και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα")

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

"Το δέντρο σα να κρύβει κάποιο μυστικό..."



(αναδημοσίευση από: http://www.e-oikodomos.blogspot.com/)

Ο Θανάσης συλλογιέται και κοιτάζει γύρω. Ύστερα απ’ το δάσος αρχίζει το ριζό και πίσω απ’ το Σιδηρόλακκο κι απάνω απ’ τον απότομο γκρεμό, τις Αετοφωλιές, φαίνεται το Καραούλι του Κλέφτη. Κατάκορφα στέκει το πεύκο το μοναχό και στο φρύδι, κάτω απ’ την πεζούλα, μόλις ξεχωρίζει η αγριοκυδωνιά, που κρύβει τη Σπηλιά τ’ Αντρούτσου.


Τα παλιά τα χρόνια, όταν η Τουρκιά χτύπησε την Κλεφτουριά, και φάνηκαν προδότες και προσκυνημένοι, κι οι Κλέφτες δεν είχαν που να πάνε, εκεί ξεχείμασε, όπως έλεγαν οι θρύλοι, ο Αντρούτσος, ο πατέρας του Δυσσέα, ένα ολόκληρο χειμώνα με έξι παλικάρια.


Στο βάθος νοτιοδυτικά, εκεί που ο ζυγός σβήνει στον ορίζοντα, είχε τα λημέρια ο Καραϊσκάκης κι αντίκρυ στο βουνό με το σύννεφο σαν κορώνα στην κορυφή και τα τρία έλατα στην πάντα, στη Βρύση της Νεράιδας, έπαιρνε νερό ο Γρίβας.


Η ματιά του Θανάση, πηδάει από κορφή σε κορφή, από χαράδρα σε χαράδρα, χαϊδεύει αργά – απαλά τον τόπο και καρφώνεται για ώρα πολλή στο πεύκο το περήφανο. Να είναι η ομορφιά του δέντρου, να είναι η αντριά του ή κάτι άλλο, που τον τραβάει σα μαγνήτης;!...


Ακόμα μια βόλτα. Πίσω απ’ τη μεγάλη ράχη ο Πλάτανος του Μάρκου – τώρα θυμήθηκε, το τραγούδι του Μάρκου παίζει στη φλογέρα του πιο χαμηλά ο τσομπάνος – απέναντι στη δασωμένη πλαγιά, εκεί που η μεγάλη χαράδρα σμίγει με τη μικρή, στη Λυκοφωλιά, έμεινε κατάκοιτος μια βδομάδα ο Κατσαντώνης, όταν άρρωστος από βλογιά…


Και πιο πέρα… και πιο κάτω… και πιο πάνω… ολόγυρα και μακριά… Αγώνες, θυσίες, ηρωισμοί, οι ιαχές των πολιορκημένων, που κάνουν γιουρούσι, το τραγούδι των γυναικών, που πηδούν στο γκρεμό.


Η φωνή του γέρου απ’ το Μωριά , σαν αχός της μάχης, σα βοή τα θάλασσας, βγαίνουν μέσα απ΄ την καταχνιά του παρελθόντος. Τούτος ο τόπος με την άγρια ομορφιά έχει ψυχή. Τούτ’ η κακοτράχαλη γης με τις αμέτρητες κορφές, τις βαθιές χαράδρες, τις κατάξερες ράχες, τα διάσελα, τις κοιλάδες… έχει ιστορία…


Και πάλι η ματιά του Θανάση σταματάει στο πεύκο το μοναχό. Το δέντρο σα να κρύβει κάποιο μυστικό.


Έναν καιρό – παλιόν καιρό πέρασε απ’ το υψωματάκι κάποιο τσομπανόπουλο, που έβοσκε τα γίδια του στις γύρω πλαγιές, κι άφησε την κουκουναριά. Δεν αποκλείεται να ήταν και κανένας αετός, που έφτιαχνε φωλιά στον γκρεμό, μπορεί κι ο αγέρας να έφερε το σπόρο απ’ το δάσος.


Έσκασαν πάνω στην πέτρα δυο φυλλαράκια.. έγιναν τέσσερα.. έγιναν έξι… Μεγάλωσε το δεντράκι έναν πόντο, έφτασε τα πέντε δάχτυλα… πέταξε μπόι μια πιθαμή… Τα στοιχιά της φύσης του έριξαν μια ματιά ακατάδεκτη, μ’ αυτό δέχτηκε το αναμέτρημα. Έτριζαν οι ρίζες του, όταν φυσούσαν οι βοριάδες.


Του πιανόταν η ανάσα, όταν το παράχωναν τα χιόνια. Στέγνωνε η καρδιά του τα καλοκαίρια, όταν ο ήλιος έκαιγε τον τόπο. Μα ύστερα από κάθε μάχη έβγαινε πιο δυνατό. Τότε ποιος θα μπορούσε να μαντέψει, και ποιος θα μπορούσε να πιστέψει, πως κείνο το τόσο – δα πραματάκι, που ένα καιρό, παλιό καιρό φύτρωσε πάνω στο μάρμαρο, που σου έφερνε γέλια με την «αναίδεια» και την «προκλητικότητα», που σε θάμπωνε με την τόλμη του,


θα γινόταν το πεύκο περήφανο, που στέκει σήμερα αγέρωχο πάνω απ΄ το γκρεμό και κοιτάζει μακριά, νικητής και τροπαιούχος, που σειέται και λυγιέται, σα να ετοιμάζεται για πάλαιμα!

Πηγή φωτογραφίας: http://fotostigmes.pblogs.gr


[απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κώστα Μπόση «Ο ΚΡΑΒΑΡΙΤΗΣ», που (ξανα)διαβάζω αυτόν τον καιρό. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1983.]
Οι υπογραμμίσεις δικές μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: