"Να τους δώσουμε να καταλάβουν πως ο σοσιαλισμός είναι δύσκολο πράμα ακριβώς γιατί είναι μεγάλο πράμα. Δε φτάνει να πάρεις την εξουσία. Χρειάζεται να ζυμώσεις ξανά τον άνθρωπο που τον έπλασαν οι αιώνες, και να φτιάξεις απ’ την αρχή, καινούργιο…"
( "...και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα")

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Χρήστος Νταβαντζής: Το ταξίδι στη Ρουμανία και η συνάντηση με τον Κώστα Πουρναρά

Στο Βουκουρέστι, Ρουμανία, Αύγουστος του 1977.
Από αριστερά: Κώστας Πουρναράς (Μπόσης),
Χρήστος Νταβαντζής, Βασίλης Ζούνης, και
η οικογένεια Άγη Ρακόπουλου

Κατάγονται και οι δυο από τη Χώσεψη (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας, το ορεινό χωριό των Τζουμέρκων που εκτός από το εξαίσιο φυσικό κάλλος έχει να επιδείξει την μεγάλη συνεισφορά των κατοίκων του (όχι όλων βέβαια…) στην τρισένδοξη Εαμική Εθνική μας Αντίσταση και στη συνέχεια στην αθάνατη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Η πρώτη τους συνάντηση σημειώνεται τον Αύγουστο του 1936. Ο μαθητής του δημοτικού σχολείου Χρήστος Νταβαντζής συναντά στο κρησφύγετό του τον κομμουνιστή δάσκαλο Κώστα Πουρναρά, που κρύβεται για να γλιτώσει από το κυνηγητό των χωροφυλάκων της μεταξικής δικτατορίας. Θα γνωριστούν και θα συζητήσουν και η συνάντηση αυτή θα είναι καθοριστικής σημασίας για την πορεία που θα ακολουθήσει στη ζωή του ο Χρήστος.

Μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μια φιλική και συντροφική σχέση που θα παραμείνει συμπαγής απέναντι στα χτυπήματα που θα δεχτεί το κίνημα μετά την ήττα του ΔΣΕ και αλώβητη από το πέρασμα του χρόνου. Ο Χρήστος θα κρατήσει επαφή με τον συγγραφέα πια Κώστα Μπόση όταν ο τελευταίος, θα καταφύγει αναγκαστικά αρχικά στην ΕΣΣΔ και αργότερα στη Ρουμανία (Σιμπίου), όπου θα ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων οι δυο άντρες διατηρούν τακτική αλληλογραφία, ενώ ο Χρήστος θα επισκεφτεί τον Πουρναρά δύο φορές στη Ρουμανία.

Στο συναρπαστικό, όσο και διδακτικό βιβλίο του ενενηντάχρονου σήμερα αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Χρήστου Νταβαντζή «Όσα επέζησαν στη μνήμη… Οδοιπορικό μιας ζωής» (κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό - δείτε εδώ μια πρώτη παρουσίαση του βιβλίου και βιογραφικό του συγγραφέα) περιγράφονται και αναφέρονται σημαντικά γεγονότα  από την φασιστική κατοχή και μετέπειτα, στη Χώσεψη και την ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων και του νομού Άρτας, αλλά και γενικότερα.  Από τις σελίδες του βιβλίου δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι αναφορές του συγγραφέα στον Κώστα Πουρναρά (Μπόση).


Από το βιβλίο μεταφέρουμε το κεφάλαιο που αναφέρεται στο ταξίδι του Χρήστου Νταβαντζή στη Ρουμανία και στη συνάντησή τους, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες απ’ όταν είχαν συναντηθεί για τελευταία φορά. Οι φωτογραφίες είναι και αυτές από το βιβλίο.

Στη Ρουμανία με τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση)

Το 1976 επισκέφτηκα για πρώτη φορά σοσιαλιστικές χώρες.  Ξεκινήσαμε τον  Αύγουστο  δύο αυτοκίνητα για το Σιμπίου της Ρουμανίας, για να επισκεφτούμε τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση). Ο Άγης Ρακόπουλος με την οικογένειά του από το χωριό Ναζαίοι Άρτας κι εγώ με το αυτοκίνητό μου. Στο δρόμο, για να μην είμαι μόνος, ήρθε συνοδηγός μου ο πεθερός του Άγη. Ο πατέρας του Άγη ήταν δάσκαλος, φίλος και σύντροφος του Κώστα Μπόση.

Όταν περάσαμε στη Βουλγαρία και φθάσαμε στη Σόφια είπαμε πως ήταν ευκαιρία να πάμε να δούμε το Μαυσωλείο του Δημητρώφ. Ρωτώντας προχωρήσαμε και αντικρίσαμε μια μεγάλη πλατεία που ήταν το κέντρο της Σόφιας. Εκεί βρισκόταν και το Μαυσωλείο. Μας πλησίασαν δειλά–δειλά τρία άτομα σε απόσταση ο ένας απ’ τον άλλον και μας κάνανε νοήματα. Με σπαστά ελληνικά μάς ζητάγανε ένα δολάριο προς τρία ή και προς τέσσερα λέβα.  Εμείς τους είπαμε «νο».

Πήγαμε στο Μαυσωλείο του Δημητρώφ. Ήταν πολύ ωραίο. Μετά συνεχίσαμε το δρόμο μας για τη Ρουμανία. Βλέπαμε στον δρόμο τάξη στην κίνηση των αυτοκινήτων. Οι δρόμοι ήταν πολύ καλοί και με σωστή σήμανση κι έτσι δεν χαθήκαμε πουθενά. Εντύπωση μας έκανε όταν συναντούσαμε φορτηγά αυτοκίνητα, που όταν μας βλέπανε οι οδηγοί πιάνανε την δεξιά λωρίδα και βγάζαν το χέρι τους και μας κάνανε σινιάλο να προσπεράσουμε. Το  σχολιάσαμε αυτό με τον συνοδηγό μου και είπαμε «πού να δεις τέτοια συμπεριφορά στην Ελλάδα». Φτάνοντας στα σύνορα Βουλγαρίας-Ρουμανίας η αστυνομία μάς ρώτησε από πού είμαστε. Τους απαντήσαμε «Έλληνες-παρτιζάνοι». Ρώτησαν «σιγαρέτ;», τους δώσαμε δύο πακέτα, μετά έριξαν μια ματιά στ’ αυτοκίνητά μας και μας έκαναν σινιάλο να περάσουμε σηκώνοντας τη μπάρα.

Μόλις φτάσαμε στο Βουκουρέστι πήρα τηλέφωνο τον Βασίλη Ζούνη, που ήταν εκεί πολιτικός πρόσφυγας, με τον οποίο συναντηθήκαμε και μας πήγε σ’ ένα ξενοδοχείο και μείναμε το βράδυ. Την άλλη μέρα πήγαμε μια βόλτα στο κέντρο του Βουκουρεστίου. Συναντήσαμε πάλι την ίδια κατάσταση με τα δολάρια, όπως και στη Σόφια. Μάς μπήκαν ερωτηματικά, για τα οποία  ρώτησα αργότερα τον Κώστα (Μπόση).

Πηγαίνοντας προς το Σιμπίου για να συναντήσουμε τον Κώστα, περάσαμε μέσα από έναν μεγάλο κάμπο όπου εργάτες τσιγγάνοι σκαλίζανε με τσαπιά. Μόλις είδαν τα αυτοκίνητά μας που είχαν ξένο αριθμό κυκλοφορίας, άρχισαν να μας φωνάζουν «σιγαρετ…σιγαρέτ…». Σταματήσαμε σε μια άκρη του δρόμου, έφτασαν δύο απ’ αυτούς και τους δώσαμε δυο πακέτα τσιγάρα, μας ευχαρίστησαν και συνεχίσαμε το δρόμο μας και φθάσαμε στο Σιμπίου, μια πόλη περίπου στο μέγεθος της Άρτας. Είχα τη διεύθυνση μαζί μου, ρωτήσαμε και βρήκαμε το σπίτι του Κώστα. Το βράδυ μείναμε όλοι μαζί στο σπίτι του Κώστα και της Ρουμάνας συζύγου του Ιλεάνα Μπιρσάν.

Την άλλη μέρα γινόταν εκεί μια εκδήλωση, παρέλαση εργατών και  υπαλλήλων της περιοχής. Η Ιλεάνα δούλευε λογίστρια σ’ ένα εργοστάσιο υφασμάτων και ήταν μέλος του ΚΚ Ρουμανίας. Μας πήρε και πήγαμε στο μέρος της παρέλασης η οποία ήταν πολύ καλά οργανωμένη. Εκατοντάδες συμμετείχαν με συνοδεία μουσικής. Είχε επίσης ένα τμήμα με όπλα, νοσοκόμους με φορεία, γιατρούς κλπ. Ο Κώστας πήγε κι έκλεισε δωμάτια σ’ ένα ξενοδοχείο για την οικογένεια Ρακόπουλου, διότι δεν επιτρεπόταν οι ντόπιοι να φιλοξενούν ξένους στα σπίτια. Το απόγευμα βγήκαμε βόλτα όλοι μαζί και στη συνέχεια θα μας πήγαινε ο Κώστας στο ξενοδοχείο, να φάμε και να γλεντήσουμε με μουσική.

Στην βόλτα που πηγαίναμε απομακρυνθήκαμε αρκετά και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι μας έλειπε  ο Κώστας. Περιμέναμε λίγη ώρα μα δεν τον βλέπαμε. Λέω στην παρέα θα γυρίσω πίσω να δω τι έγινε.  Περπάτησα  περίπου 250 μέτρα και βλέπω μια ομάδα παιδάκια καθιστά γύρω-γύρω και τον Κώστα μισοξαπλωμένο ανάμεσά  τους, να παίζουν βόλους! Έμεινα έκπληκτος. Του λέω «Κώστα σε χάσαμε και ανησυχήσαμε». «Με παρέσυραν τα παιδιά Χρήστο. Γίνομαι κι εγώ παιδί όταν τα συναντώ» μου είπε και σηκώθηκε, τα χαιρέτησε ένα-ένα και φύγαμε. Στη συνέχεια μας πήγε στο ξενοδοχείο και περάσαμε πολύ ωραία. Ο  Κώστας πλήρωσε όλα τα έξοδα και το δωμάτιο για την οικογένεια Ρακόπουλου, εμένα με πήρε στο σπίτι του.

Στο δρόμο που πηγαίναμε μου έδειξε το κτίριο του ραδιοφωνικού σταθμού «Φωνή της Αλήθειας» όπου ο Κώστας ήταν καθοδηγητής. Φθάσαμε στο σπίτι του και όλη τη νύχτα δεν μας πήρε ο  ύπνος, με ρωτούσε για το χωριό και για όλους τους χωριανούς και μιλούσαμε και για πολιτικά. Του έβαλα τα ερωτήματα για τα δολάρια. Μου είπε ότι «πριν πεθάνει ο Στάλιν, η κατάσταση βελτιωνόταν παρά τις αδυναμίες που υπήρχαν, όταν όμως πέθανε, το σοσιαλιστικό σύστημα άρχισε να κλείνει δεξιά και δεν ξέρω που θα φτάσει…». Του είπα και για τους τσιγγάνους που συναντήσαμε στον κάμπο και  μου είπε ότι «ο Τσαουσέσκου είχε πάρει απόφαση να τους απαγορεύσει να ζουν σε τσαντίρια, έφτιαξε πολυκατοικίες και τους είπε να μπουν μέσα, αυτοί αντέδρασαν, τους πήρε με το ζόρι και τους έβαλε μέσα και αυτοί για εκδίκηση έκαψαν τα πατώματα.  Μπήκε τότε  η αστυνομία και τους τάραξε στο ξύλο και σιγά-σιγά ηρέμησαν και εγκαταστάθηκαν στις πολυκατοικίες και πήγαιναν και στις δουλειές όπως όλοι οι εργαζόμενοι Ρουμάνοι».

Επίσης ο Κώστας μού εκμυστηρεύτηκε και ένα πολύ προσωπικό του ζήτημα. Το είχε καημό που δεν είχε παιδιά. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Μου είπε «Χρήστο, εγώ αγαπάω πολύ τα παιδιά. Είπα στην Ιλεάνα ότι εγώ πέρασα πολλές κακουχίες στη ζωή μου και δεν κάνω παιδιά, κοίταξε να βρεις ένα νέο και γερό άντρα να πας μαζί του και το παιδί θα είναι δικό μου. Όμως  δεν μπόρεσα να την πείσω».

Στην πόλη Κωστάντζα της Ρουμανίας, το 1976.
Από αριστερά: Κώστας Πουρναράς (Μπόσης),
η αδελφή του Αγγέλω, ο Χρήστος Νταβαντζής,
η Γεωργία Χ. Σιόντη, ο Χρήστος Γ. Σιόντης
και όρθια η σύζυγος του Κώστα Πουρναρά, Ιλεάνα Μπιρσάν

Και τις δυο φορές που πήγα στο Σιμπίου της Ρουμανίας έμεινα στο σπίτι του Κώστα Πουρναρά όπου έζησα πολύ συγκινητικές στιγμές. Αυτός ο άνθρωπος είχε μεγάλη δίψα για την πατρίδα του. Τα βράδια που με φιλοξένησε εγκατέλειψε το κρεβάτι που κοιμόταν με τη σύζυγό του και έστρωσε στο σαλόνι ένα στρώμα για να κοιμηθούμε δίπλα-δίπλα. Το αποτέλεσμα ήταν να κοιμηθούμε ελάχιστα γιατί όλη τη νύχτα συζητούσαμε.  Με ρώταγε για το χωριό, για όλους τους χωριανούς και για το πόσο άλλαξε η κατάσταση  στα χρόνια της απουσίας του. Στη συνέχεια μου διηγήθηκε τις περιπέτειές του τόσο από τον Άη  Στράτη όσο και από τον ΔΣΕ.

Από την πρώτη επίσκεψή μου στο Σιμπίου (1976) έφερα στην Ελλάδα τα χειρόγραφα του βιβλίου του “Αναμνήσεις”, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1978. Η μεταφορά τους ήταν περιπετειώδης. Επειδή από τις ρουμανικές αρχές απαγορευόταν να βγουν τα χειρόγραφα απ’ τη χώρα, πρότεινα στον Κώστα Πουρναρά και δέχτηκε να ξηλώσω τα καθίσματα του αυτοκινήτου μου και να ράψω τα χειρόγραφα μέσα σ’ αυτά. Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα υπάρξει κάποιο απρόοπτο στα σύνορα, με συνόδεψε μέχρι εκεί ο Κώστας.

Στο Σιμπίου που συζητούσαμε μου είπε ότι το 1945 έγραψε το βιβλίο “ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941” που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1947 από το εκδοτικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ. Με ρώτησε αν το έχω. Εγώ δεν γνώριζα γι’ αυτό το βιβλίο, ούτε το είχα δει ποτέ. Μου είπε όταν γυρίσω στην Αθήνα να ψάξω και αν το βρω να το δώσω στο Κόμμα να το επανεκδώσει.  Ερεύνησα για το βιβλίο και δεν το βρήκα πουθενά. Στα βιβλιοπωλεία μου λέγανε ότι δεν πρόκειται να το βρω γιατί  από το 1947 που το Κόμμα βγήκε στην παρανομία και μετά χάθηκαν αυτά τα βιβλία, τα κατέστρεψαν.  Έτσι σταμάτησα την έρευνά μου.

Το 1994, στις 2 Απρίλη, ο Κώστας Πουρναράς πέθανε. Είχε αφήσει  εντολή να τον κάψουνε και επιθυμία του ήταν να μεταφερθεί η τέφρα του στον τόπο που γεννήθηκε, στη Χώσεψη.

Πριν πεθάνει, ήταν άρρωστος ακόμα, μου είχε στείλει ένα γράμμα που έλεγε περιληπτικά: «Χρήστο, ίσως όταν λάβεις το γράμμα μου, εγώ να μη ζω. Να ξέρεις όμως και εσύ και το Κόμμα ότι δεν υπήρξα ποτέ προδότης ούτε διασπαστής. Παραμένω όλα τα χρόνια μου πιστός στο ΚΚΕ και στο λέω αυτό για να μη διαρρεύσουν διάφορες φήμες μετά το θάνατό μου ότι ο Κώστας Πουρναράς έφυγε από το Κόμμα. Όπως ξέρεις και τα είπαμε και όταν ήρθες στο σπίτι μου, εδώ στη Ρουμανία υπήρξε η πηγή του οπορτουνισμού και αυτοί οι «κύριοι» εμένα  με διαγράψανε δυο φορές, διότι μέσα στις συνελεύσεις τούς έλεγα ότι το Κόμμα παίρνει δεξιά απόκλιση. Γι’ αυτό με διαγράψανε.  Αυτοί ήταν εκείνοι οι οποίοι έσπασαν τον ραδιοφωνικό σταθμό της «Φωνής της Αλήθειας» στο Σιμπίου με τη βοήθεια της αστυνομίας του Τσαουσέσκου. Έτρεξα και πήρα ό,τι μπόρεσα από τα αρχεία που είχαμε στο ραδιοφωνικό σταθμό, για να τα διαφυλάξω και να μείνουν στο Κόμμα, όμως  τα πιο πολλά τα πήραν αυτοί και τα εξαφάνισαν».

Όταν συζητούσαμε με τον Κώστα Πουρναρά στο Σιμπίου για το Κόμμα μού είπε:  «Εγώ δεν έπαψα ποτέ να είμαι με το Κόμμα και θα είμαι δίπλα στο Κόμμα μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Πιστεύω στο Κόμμα και πως κάποια μέρα θα βρεθούν άνθρωποι να το βάλουν στο σωστό δρόμο». Και έτσι έκανε. Ήταν δίπλα στο Κόμμα αν και διαγραμμένος και δούλευε για το Κόμμα στις μεταφράσεις. Η Κομματική Οργάνωση του Βουκουρεστίου του έδινε δουλειά και ο Κώστας την διεκπεραίωνε χωρίς να παίρνει τα λεφτά που του πρόσφεραν. «Δεν πληρώνομαι, το κάνω για το Κόμμα», έλεγε. Αυτό μου το επιβεβαίωσε και ο Βασίλης Ζούνης που ήταν τότε στην Κομματική Οργάνωση στο Βουκουρέστι.

***

Τον Οκτώβρη του 1994, όταν μετά από θεομηνία πλημμύρισαν τα γραφεία του ΚΚΕ στον Περισσό, εργάστηκα εθελοντικά στη διάσωση και αποκατάσταση του αρχείου του Κόμματος που υπέστη μεγάλες καταστροφές. Εκεί, μια μέρα έπεσε στα χέρια μου ένα έγγραφο που έλεγε ότι μια λοχαγός του Δημοκρατικού Στρατού απ’ την Καστοριά συνάντησε την 107η Ταξιαρχία του ΔΣΕ, της οποίας Πολιτικός Επίτροπος ήταν ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης). Ο Κ. Πουρναράς  της έδινε εντολή να πάρει το λόχο της  και να πάει γρήγορα για ενίσχυση κάπου που υπήρχε ανάγκη και αυτή το έπραξε. Από τους επικεφαλής συντρόφους είχαμε εντολή να μην πάρουμε ούτε ένα έγγραφο στην τσέπη μας. Στη διάσωση και αποκατάσταση του Αρχείου εργάστηκα εθελοντικά για 17 μέρες, πήρα μικρόβιο και αποχώρησα για θεραπεία.

Περισσότερα για Χρήστο Νταβαντζή - Κώστα Πουρναρά (Μπόση) μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ αξίζει βέβαια να προμηθευτείτε και να διαβάσετε το βιβλίο του Χρήστου Νταβαντζή, για περισσότερους λόγους.

Παρασκευή 6 Γενάρη 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια: